Το μέτρο του πατριωτισμού στο Μαχαιρά
- Του Κώστα Μαυρίδη
Κάποτε με καλές προθέσεις από χείλη πολιτικών –διαφορετικών κομμάτων– υποδεικνύεται πως «είμαστε όλοι πατριώτες», ή ότι, «δεν αμφισβητείται ο πατριωτισμός κανενός». Συχνά όμως, τέτοιες υποδείξεις γίνονται, όχι για να πιστωθεί ο πολιτικός αντίπαλος με πατριωτισμό, αλλά γιατί το έχει ανάγκη ο ίδιος που το προτάσσει και το καταφέρνει, ισοπεδώνοντας και εξισώνοντας όλους ανεξαιρέτως. Κάτι παρόμοιο ισχύει και με την επίκληση για ενότητα. Όποιος θεωρεί την ενότητα απαραίτητη στο κυπριακό, πρέπει να είναι ο πρωτομάστορας που θα την θεμελιώσει στην πράξη με το να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες αποδεκτές στην ευρύτερη κοινωνία των πολιτών και πολιτικών δυνάμεων και ταυτοχρόνως, να αποφεύγει κινήσεις που τον θέτουν σε σύγκρουση με πολιτικές δυνάμεις και ιδίως, εκείνες με τις οποίες συμμάχησε για να εκλεγεί. Διαφορετικά, όσο κι αν κάποιος επιμένει για ενότητα, στην πραγματικότητα είναι την σιωπή και ευπείθεια των άλλων που επιθυμεί, έστω κι αν δεν λέγεται. Άλλωστε, είναι απόλυτα φυσιολογικό σε μια δημοκρατική κοινωνία, να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις στο κυπριακό, με την ενότητα να είναι θεμιτή και επιθυμητή στη βάση κοινών πολιτικών στόχων. Ενότητα στη βάση ιδιοτελών συμφερόντων είναι ξεπεσμός, όσο κι αν κομπάζουμε ισοπεδωτικά πως «είμαστε όλοι πατριώτες».
Η προσέγγιση που κρίνει ΟΛΟΥΣ ανεξαιρέτως και στον ΙΔΙΟ βαθμό πατριώτες, εξαφανίζει την ιδιοτέλεια και τον καιροσκοπισμό που είναι μέρος της πραγματικότητας. Το πιο κάτω είναι απόσπασμα από κείμενο μου που γράφτηκε το 2001, με αφορμή την επέτειο της θυσίας του Γρ. Αυξεντίου, για να υποδείξει ότι, δεν είμαστε όλοι το ίδιο πατριώτες και πως, αν θέλουμε, υπάρχει μέτρο σύγκρισης:
«…Κάποτε στον τόπο μας ευδοκιμούσε το γιασεμί. Κάποτε μοσχομύριζε ο δυόσμος στις αυλές των σπιτιών. Στα μπαλκόνια και στις βεράντες ολόδροσα ξεπετιόνταν τα κάθε λογής λουλούδια. Μαζί με αυτά, ανθούσαν και οι αξίες που μας κράτησαν μέσα στους αιώνες. Τώρα, στην Κύπρο ευδοκιμούν οι γλείφτες. Τώρα, στον κήπο της κυπριακής κοινωνίας ανθούν οι κόλακες που σέρνονται στα σαλόνια και στις πολυτελείς αίθουσες μασουλώντας γαρίδες κι επιδιώκοντας να γίνουν «παράγοντες» του τόπου ή να προβληθούν ανάμεσα σε κάποιους "παράγοντες". Το σύστημα αποδίδει, γι αυτό και πολλοί τέτοιοι βρίσκονται ψηλά στα δώματα της εξουσίας. Αλλά, έως εκεί εξαντλείται το όραμά τους για την κοινωνία. Ο πατριωτισμός τους αρχίζει και τελειώνει ανάμεσα στους τοίχους μιας αίθουσας ενός ξενοδοχείου, στα φανταχτερά χαλιά, τις σουίτες, την πανάκριβη άφθονη εισαγόμενη σαμπάνια και τους εκθαμβωτικούς πολυελαίους.
Κάποτε όμως, το μέτρο του πατριωτισμού ήταν ένα υγρό και σκοτεινό κρησφύγετο δύο μέτρων στην πλαγιά ενός βουνού. Εκεί, απέναντι από το Μοναστήρι του Μαχαιρά, μέσα στις σχοινιές και την άγρια βλάστηση, νέοι έκαναν όνειρα και ζήλευαν την δόξα του Γρηγόρη. Πόσο αλλάξαμε; Ή μάλλον, πόσο μας άλλαξαν όλους μας; Από το ψεύδος των S-300 περάσαμε στην πλεκτάνη του Χρηματιστηρίου και από εκεί στο σχέδιο Ανάν. Και όσοι ακόμα αγωνιούμε για την κοινωνία, όσοι συλλαβίζουμε ακόμη λέξεις όπως ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη, κατοχή, επιστροφή, φιλοπατρία, οικογένεια, προσφυγιά, ανιδιοτέλεια, όσοι ακόμη ψελλίζουμε ελληνικά ονόματα όπως Κερύνεια, Σπίθκια της Ρήγαινας, Αϊ Χρυσόστομος, Μόρφου, Βαρώσι, Πενταδάκτυλος, νοιώθουμε πόσο ολοένα μας πλακώνει η σκλαβιά και η υποδούλωση».
Η χειρότερη υποδούλωση δεν είναι εκείνη που πλακώνει τους ανθρώπους όταν επικρατεί σκλαβιά στον χώρο, όπως σήμερα στα κατεχόμενα. Η χειρότερη σκλαβιά είναι εσωτερική, είναι η υποδούλωση της ψυχής των ανθρώπων, όταν έξω επικρατούν συνθήκες ελευθερίας, όπως σήμερα στις ελεύθερες περιοχές. Και τα πιο πάνω, δεν τα επαναφέρω για να αυτοεξαιρεθώ, αλλά για να συμμεριστώ και να απαλύνω λίγο τον πόνο και την αγωνία μου.
- Ο Κώστας Μαυρίδης είναι ακαδημαϊκός.





del.icio.us
Digg
| Εκτύπωση | 24/02/2010 |
Πήρα πρόσφατα τη Β' έκδοση -με πρωτοβουλία της τέως Προέδρoυ του Σ.Ι.Μ.Α.Ε, Κλαίρης Αγγελίδου- του βιβλίου του μ. Παπαντωνίου Ερωτοκρίου, που διετέλεσε ιερέας των Κεντρικών Φυλακών - «Πώς έζησα το δράμα των απαγχονισθέντων» κι οι συγκλονιστικές αφηγήσεις του ξαναζωντάνεψαν τις ανεξίτηλες μνήμες. Μνήμες που παραμένουν διά βίου εγχάρακτες στις ψυχές όλων όσοι έζησαν και βίωσαν το απαράμιλλο αγωνιστικό πάθος των εννέα ηρωομαρτύρων (Καραολή, Δημητρίου, Ζάκου, Μιχαήλ, Πατάτσου, Μαυρομμάτη, Κουτσόφτα, Παναγίδη, Παλληκαρίδη), της συγκλονιστής εκείνης εποποιίας του 1955-59.
Από τη συγκλονιστική, επαναλαμβάνω, έκδοση επιστημαίνω δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα, που καταμαρτυρούν το ύφος και το ήθος των απαγχονισθέντων ηρωομαρτύρων.
Γράφει στο σχετικό απόσπασμα για τις εκτελέσεις των: Ζάκου, Μιχαήλ, Πατάτσου: «... Μετά την φυγήν μου τους ήκουα να ψάλλουν τους ύμνους της Μ. Παρασκευής με επί κεφαλής τον Πατάτσο, συνταυτίζοντες το ιδικόν των δράμα με τα πάθη του Σωτήρος. Οι άλλοι κατάδικοι και υπόδικοι της ΕΟΚΑ εδόνουν συνεχώς την Φυλακήν από ζητωκραυγές για τον Διγενήν, τον Μακάριο και την Ε.Ο.ΚΑ., ως και με εθνικά τραγούδια. Ένας από τους κατόπιν μελλοθανάτους, ο Ανδρέας Παναγίδης, ήταν ανεβασμένος ψηλά στο παράθυρο του κελλιού του στο τελευταίο πάτωμα του διαμερίσματος 9, από όπου έδιδε το σύνθημα για τα πατριωτικά τραγούδια της Ε.Ο.ΚΑ., και προπαντός το τραγούδι "Ξύπνα, καημένε μου ραγιά", το οποίον επανελήφθη πολλές φορές...».
Και στη συνέχεια:
«...Εις τας δώδεκα η ώρα περίπου διέκρινα ευκρινώς την φωνήν του Πατάτσου να ψάλλη το "Εκστηθι φρίττων, ουρανέ...'' το "Ότε κατήλθε προς τον θάνατον...'' το οποίον δεν ετέλειωσεν, διότι έφθασεν εις την αγχόνην, και εκεί έσβησεν η φωνή του Πατάτσου...».
Για τους απαγχονισθέντες: Μαυρομάττη, Κουτσόφτα, Παναγίδη σημειώνει: «...Είναι σχεδόν μεσάνυχτα και το φεγγάρι μεσούρανα σκεπάζεται για λίγο από βιαστικά σύννεφα. Στέκω στην πόρτα του κελλιού και παρακολουθώ το δράμα, της αποψινής νύχτας. Διαρκώς θούρια και εμβατήρια ακούονται από τους τρεις μάρτυρες. Ζητωκραυγαί ουρανομήκεις από τους παρακάτω φυλακισμένους αγωνιστάς. Συνθηματικά επαναλαμβάνουν κατά διαστήματα των τριών μαρτύρων τα ονόματα, Μαυ-ρο-μμά-της, Κου-τσό-φτας, Πα-να-γί-δης, Μα-κά-ρι-ος, Δι-γενης, Ε-Ο-Κ-Α, σαν να ευρίσκεσαι μέσα σε εθνικήν μυσταγωγίαν, που δεν μπορεί καμμιά άλλη να την ξεπεράση...».
Και σχεδόν αμέσως:
«...Στην μία παρά τέταρτον ακριβώς ακούω βιαστικά τα βήματα των δημίων. Βιάζονται πολύ. Ακούω τον Παναγίδην να φωνάζη με όλη του την δύναμιν:
"Ήρτασιμ' παιδιά'', και αρχίζουν τον Εθνικόν Ύμνον...»
Ο γράφων, ως συγκατάδικος στις Κ. Φυλακές, βίωσε όλο το μέγεθος της ασύγκριτης ψυχικής ανάτασης των στιγμών εκείνων. Γνώρισε ως έγκλειστος στο συγκρότημα «εφτά», δίπλα στο κελί των μελλοθανάτων, τους παλμούς των εκτελεσθέντων, την πορεία του Παπαντώνη προς το φοβερό συγκρότημα των «οκτώ» και τα απέδωσε με τη γραφίδα του σε σειρά - από 90 συνέχειες αφηγήσεων στην εφημερίδα «Ελευθερία» (1967), και στις εκδόσεις του «Η Εποποιία των Κ. Φυλακών» και «Ώρες Ανάτασης» (1967), που επανεκδόθηκε το 2001 από τις εκδόσεις Κ. Επιφανίου σ' ενιαίο τόμο των 600 περίπου σελίδων, με τον τίτλο «Πεθαίνοντας για την Ελλάδα».
Όμως το λιγοσέλιδο βιβλίο του Παπαντώνη είναι αυθεντικότερο. Γιατί ο σεβαστός λευίτης ήταν ο τελευταίος (και ο μόνος) που τους νεκροφίλησε, δίνοντάς τους το αποχαιρετιστήριο φιλί προς το μεγάλο ταξίδι. Το ταξίδι της ιστορικής αθανασίας...
ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΝΙΚΟΥ ΕΡ. ΙΩΑΝΝΟΥ*
ΤΟΤΕ,τον Μάρτιο του 1957, ήμουν πολύ μικρός, αρκετά μεγάλος όμως, για να φωλιάσει ανεξίτηλα στο μυαλό μου το γελαστό πρόσωπο του Γρηγόρη (Αυξεντίου) με το μουστακάκι και το πηλήκιο του Έλληνα Ανθυπολοχαγού. Και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί χαμογελούσε ενώ τον έζωναν οι φλόγες ολούθε. Μετά κατάλαβα. Αυτές οι φλόγες τον ανέβαζαν στον ουρανό.
Χθες το βράδυ τον είδα στον ύπνο μου και δεν χαμογελούσε πια. Ήταν σκυθρωπός και μαραζωμένος όταν μίλησε.
«Δεν θέλω τέτοια μνημόσυνα. Μου φτάνει ένα πιατάκι με κόλλυβα, χωρίς πολλή ζάχαρη και ασημένιες καραμέλες κι ένα γνήσιο δάκρυ για την Κύπρο που δεν έχει ακόμα λευτερωθεί. Ευτυχώς έζησε ο Ματρόζος (Αυγουστής Ευσταθίου) και το ξέρουν όλοι. Το είπα και το εννοούσα ότι ΕΓΩ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ. Όταν το έλεγα δεν ήταν γιατί δεν αγαπούσα τη ζωή και κάποιους ανθρώπους πάρα πολύ, ήταν γιατί πίστευα ότι έτσι θάδινα Λευτεριά στην Κύπρο.
Ο Κυριάκος (Μάτσης) πρόλαβε και το φώναξε δυνατά και τον άκουσαν οι δολοφόνοι «αν θα βγω, θα βγω πυροβολώντας».
Και ο Ευαγόρας (Παλληκαρίδης) το έγραψε έγκαιρα πως «θα πάρει μιαν ανηφοριά, θα πάρει μονοπάτια, να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά».
Ο Ανδρέας (Ζάκος) σιγοσφυρίζει ακόμα την Ηρωική του Μπετόβεν μαζί με τον Εθνικό Ύμνο. Επειδή στο τελευταίο του γράμμα έλεγε «μόνο με την εκτέλεση θα μείνω για πάντα νέος και αθάνατος» ονομάσαμε τη διαμονή μας, οδό Αιωνίας Νιότης και Αθανασίας.
Το ξαναλέω λοιπόν και εκ μέρους τους. Δεν θέλουμε τέτοια μνημόσυνα, που δεν είναι ούτε θρησκευτικά ούτε εθνικά. Δεν θέλουμε να βλέπουμε κάποιους γερασμένους συμπολεμιστές μας να χειροκροτούν την Τουρκοποίηση της Κύπρου. Γι’ αυτό, σας παρακαλούμε, ή να μας θυμάστε όπως είμαστε πραγματικά και γιατί αγωνιστήκαμε, ή να μας αφήσετε ήσυχους».
Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα και δεν ησύχασα μέχρι που έβαλα στο χαρτί αυτά τα λόγια.
*Ο Δρ Νίκος Ερ. Ιωάννου είναι Καρδιολόγος.
Ανάρτηση Σχολίου